в словаре PONS
ποσότητα [pɔˈsɔtita] SUBST ж.
1. ποσότητα:
2. ποσότητα (σε αντίθεση με την ποιότητα):
- ποσότητα
- Quantität ж.
Примеры из словаря PONS (редакционная проверка)
- ποσότητα ж. παραλαβής
- Abnahmemenge ж.
- ποσότητα ж. παραγωγής
- ποσότητα ж. εισαγωγών
- Einfuhrmenge ж.
- ποσότητα ж. ενέργειας
- Energiemenge ж.